αδελφός

[аделфос] ουσ. α брат,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αδελφός" в других словарях:

  • αδελφός — κ. αδερφός ο 1) брат; 2) монах (εν Χριστώ αδελφός брат во Христе): ο αδελφός Αρσένιος брат Арсений η μονή των αδελφών Τιμίου Σταυρού монастырь братьев Честного Креста; ΦΡ. πνευματικός αδελφός духовный брат Этим. дргр. < αδελφός < α + δέλφος …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • ἁδελφός — ἀδελφός , ἀδελφός son of the same mother masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀδελφός — son of the same mother masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αδελφός — ο (Α ἀδελφός) (και επίθ. ός, ή, ό(ν), Ν και αδερφός) Ι. ουσ. 1. αυτός που έχει με κάποιον άλλο την ίδια μητέρα 2. αυτός που έχει κοινούς και τους δύο γονείς με κάποιον άλλο ή κοινό τον ένα μόνο από αυτούς 3. αυτός που ανήκει στο ίδιο έθνος ή στην …   Dictionary of Greek

  • αδελφός — ή, ό αδελφικός, στενά συνδεμένος: Η Αίγυπτος και η Συρία είναι αδελφές χώρες. – Ζητούσε, όπως έλεγε, αδελφή ψυχή. αδελφός, ο και αδερφός, ο θηλ. ή και αδέρφι, το (υποκορ. αδελφάκι και αδερφάκι, το) 1. αυτός που έχει και τους δυο γονείς ή μόνο τον …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αδελφός — [аделфос] ουσ. а брат …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Ἀδελφὸς ἀδελφοῦ βοηθός… — См. Свой своему поневоле друг …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Ὁ ὕπνος θανάτου ἀδελφός. — ὁ ὕπνος θανάτου ἀδελφός. См. Сон смерти брат …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • αδερφός — αδελφός κ. αδερφός ο 1) брат; 2) монах (εν Χριστώ αδελφός брат во Христе): ο αδελφός Αρσένιος брат Арсений η μονή των αδελφών Τιμίου Σταυρού монастырь братьев Честного Креста; ΦΡ. πνευματικός αδελφός духовный брат Этим. дргр. < αδελφός < α… …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • Ανδρέας (άγιος) — Αδελφός του Αποστόλου Πέτρου και ένας από τους 12 Αποστόλους. Καταγόταν από τη Βηθεσδά της Γαλιλαίας (Ιω. 1,44) και ήταν μαθητής του Ιωάννη του Προδρόμου, πριν γίνει μαθητής του Χριστού (Ιω. 1,40 εξ.). Ονομάζεται Πρωτόκλητος,γιατί ήταν από τους… …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.